Συμπληρωματικά βιβλία

Συμπληρωματικά βιβλία

Όπως όλα τα βιβλία, έτσι και αυτό, προσπαθεί να καλύψει ένα κενό στη βιβλιογραφία, το οποίο δεν καλύπτει κάποιο από τα υπάρχοντα βιβλία. Το βασικό κενό της βιβλιογραφίας είναι ότι τα θέματα του προγραμματισμού και τα θέματα της διάδρασης ανθρώπου-υπολογιστή αναπτύσσονται σε ξεχωριστά βιβλία. Ο προγραμματισμός της διάδρασης όμως περιλαμβάνει μια μεγάλη σειρά από χρήσιμες γνώσεις οι οποίες είναι πάρα πολλές σε έκταση και βάθος για να αναφερθούν στα επιμέρους γενικά βιβλία. Από τη μία πλευρά, ένα από τα πολλά γενικά βιβλία προγραμματισμού θα πρέπει να περιγράψει τις πολύ βασικές δομές και διαδικασίες του προγραμματισμού ενός ΗΥ, οπότε δεν θα μείνει χώρος για καλυφθεί ο προγραμματισμός για ένα μεγάλο πλήθος συσκευών χρήστη, οι οποίες έχουν πολλές ιδιαιτερότητες (π.χ., έξυπνο κινητό τηλέφωνο). Από την άλλη πλευρά, ένα από τα πολλά βιβλία διάδρασης ανθρώπου-υπολογιστή θα πρέπει να περιγράψει τη βασική οργάνωση και τις τεχνικές για τον σχεδιασμό της διεπαφής και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν θα έχει τον χώρο να περιγράψει κάτι περισσότερο από μια περίπτωση χρήσης που συνήθως εξαντλείται σε αυτήν του επιτραπέζιου ΗΥ ή στις εφαρμογές του δικτύου. Και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε ότι τα υπάρχοντα βιβλία δεν έχουν χώρο να αναπτύξουν την πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση του προγραμματισμού της διάδρασης για τις συνεχώς αυξανόμενες, σε πλήθος και ποικιλία, συσκευές χρήστη. Το βιβλίο αυτό προσπαθεί λοιπόν να περιγράψει την οργάνωση και τις τεχνικές που χρησιμεύουν στον προγραμματισμό συσκευών χρήστη, από τον παραδοσιακό επιτραπέζιο ΗΥ, μέχρι τον κινητό και διάχυτο ΗΥ, καθώς και τις περιπτώσεις του φορετού και περιβαλλοντικού ΗΥ.

Επειδή ίσως απαιτούνται περισσότερα από ένα βιβλία για να καλυφθούν οι γνωστικές ανάγκες και προτιμήσεις του αναγνώστη, παραθέτουμε ενδεικτικά μερικά βιβλία που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Τα συμπληρωματικά βιβλία που προτείνονται είναι οργανωμένα σύμφωνα με το προηγούμενο σκεπτικό, σε βιβλία που βοηθούν στον προγραμματισμό και σε βιβλία που βοηθούν στον σχεδιασμό της διάδρασης ανθρώπου-υπολογιστή αντίστοιχα. Με αυτόν τον τρόπο, τόσο ο εκπαιδευόμενος όσο και ο εκπαιδευτής μπορεί να συνδυάσει αυτό το βιβλίο με ένα άλλο ανάλογα με τις ανάγκες του. Για παράδειγμα, σε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα προγραμματισμού αυτό το βιβλίο μπορεί να φανεί χρήσιμο για τις μελέτες περίπτωσης. Επιπλέον, σε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα διάδρασης ανθρώπου-υπολογιστή, αυτό το βιβλίο μπορεί να φανεί χρήσιμο ως εργαστηριακό βοήθημα. Τα επιμέρους βιβλία για τη σχεδίαση της διάδρασης και τον προγραμματισμό είναι πολλά και αυξάνονται συνέχεια σε ανταπόκριση της χρησιμότητας των αντίστοιχων γνωστικών περιοχών. Για λόγους ευκολίας παραθέτουμε ενδεικτικά μερικά, με βασικό κριτήριο τη συμπληρωματικότητά τους με το παρών βιβλίο και όχι με κάποιο άλλο αντικειμενικό κριτήριο ποιότητας.

Οι αναγνώστες που θέλουν να μάθουν περισσότερα για επιμέρους ειδικά θέματα σχετικά με τον προγραμματισμό ή τη διάδραση θα μπορούσαν να τα αναζητήσουν σε κάποιο από τα ελληνικά βιβλία του Σπινέλλη (2005) και του Κουτσαμπάση (2011). Στην αγγλική βιβλιογραφία υπάρχουν ακόμη περισσότερες συμπληρωματικές επιλογές ανάμεσα στις οποίες διαλέγουμε τα βιβλία του Noble (2012) και της Sharp (2003). Ακόμη, υπάρχει ένα ελληνικό (Ακουμιανάκης 2006) και μερικά ξενόγλωσσα βιβλία (Olsen 2009, Thimbleby 2007) που ασχολούνται με τα θέματα του προγραμματισμού της διάδρασης. Τα παρακάτω βιβλία έχουν παρόμοια κίνητρα με αυτό το βιβλίο (και έμμεσα επιβεβαιώνουν την ανάγκη για συγγράμματα σε αυτήν την σύνθετη περιοχή), αλλά ο χρόνος της παραγωγής τους δεν επέτρεψε στους συγγραφείς να αντιμετωπίσουν ισότιμα περιπτώσεις πέρα από εκείνη του επιτραπέζιου ΗΥ, που φαίνεται να μονοπωλεί το ενδιαφέρον τους.

Σε ένα υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης, δύο βιβλία σχετικά με την ευρύτερη βιομηχανική-επιχειρηματική τοποθέτηση αυτού του βιβλίου είναι εκείνα του Von Hippel (1995) και του Christensen (1997). Το πρώτο βιβλίο περιγράφει πώς οι νέες τεχνολογίες -αν και στην αρχή δεν έχουν την ποιότητα και την αποδοχή από την υπάρχουσα αγορά- σε πολλές περιπτώσεις ικανοποιούν μια μικρή μερίδα πελατών και με συνεχή βελτίωση, όχι μόνο γίνονται καλύτερες από τις προηγουμένως ποιοτικότερες, αλλά συμβάλλουν στην άνθιση μιας πολύ μεγαλύτερης σε μέγεθος αγοράς από την υπάρχουσα, με αποτέλεσμα οι παραδοσιακοί ηγέτες να οδηγούνται ακόμη και στην πτώχευση. Το ενδιαφέρον σημείο σε αυτό το βιβλίο δεν είναι τόσο η αναμφίβολη ακρίβεια με την οποία περιγράφει τη σχεδόν ντετερμινιστική αποτυχία των παραδοσιακών ηγετών, αλλά η έμφαση που δίνει στην τιμωρία τους επειδή δεν έδωσαν σημασία στον Δαυίδ. Το αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ότι τελικά πολλοί άνθρωποι χάνουν την εργασία τους, αφού ένα από τα στοιχεία της καινοτομίας είναι το χαμηλό κόστος. Με άλλα λόγια ο Christensen λέει: “πρόσεξε τις μικρές φθηνές τεχνολογίες, αλλιώς θα τιμωρηθείς”. Τόσο σε αυτό, όσο και στα υπόλοιπα κλαδικά βιβλία του προσφέρει συμβουλές για ευκαιρίες και για στρατηγικές και τακτικές αλλαγής, όμως αυτές οι αλλαγές φαίνεται να έχουν κίνητρο περισσότερο τον φόβο για τον κίνδυνο παρά την ελπίδα για κάτι καλύτερο, το οποίο φυσικά είναι πιο δύσκολο να βρεθεί και να οριστεί. Όμως, αν και είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε τις απειλές της τεχνολογίας, είναι ακόμα πιο χρήσιμο να αναγνωρίζουμε τρόπους με τους οποίους η τεχνολογία μπορεί να αναπτυχθεί σε συνεργασία και σε όφελος της κοινωνικής δραστηριότητας συνολικά και όχι μόνο ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μιας εταιρείας.

Από την άλλη πλευρά, το βιβλίο του Von Hippel έχει ένα σαφώς πιο αισιόδοξο και παραγωγικό μήνυμα. Αντί να περιγράφει πώς θα αποτύχει μια παλιά και αναγνωρισμένη εταιρεία όπως π.χ., η Kodak, περιγράφει το πως οι οργανισμοί όσο και οι άνθρωποι, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, συμμετέχουν σε μια συνεχή παραγωγή νέων ιδεών και προϊόντων. Η συνειδητοποίηση του εκδημοκρατισμού των παραγωγικών μέσων και στόχων σε συνδυασμό με τη διάχυτη πρόσβαση στα ψηφιακά εργαλεία και μέσα σχεδιασμού νέων προϊόντων και υπηρεσιών προβάλλει ως ελπίδα για τη μετάβαση στην επόμενη φάση της βιομηχανικής επανάστασης, όπου η βασική ανθρώπινη δραστηριότητα θα μετριέται με όρους δημιουργικής παραγωγής, παρά με όρους ποσοτικής παραγωγής ή κατανάλωσης. Είτε αναζητούμε ιδέες για νέα προϊόντα είτε έχουμε τις προδιαγραφές για αυτά και προσπαθούμε να τα δημιουργήσουμε, οι διαδικασίες που σχετίζονται με τον προγραμματισμό της διάδρασης είναι και στις δύο περιπτώσεις σημαντικές.